ώρες χωρίζουν την φυγή σε μέρη ξέμακρα. τίποτε πίσω δεν δακρύζει όσο κι αν φεύγεις. μονάχα εσύ παραμιλάς με λόγια ανώριμα και περιμένεις του αγέρες να ημερέψεις. μια βαλίτσα και στην τσάντα τ’ απαραίτητα. άγχος του αγνώστου, μια πλημμύρα ερωτήσεις. αναμονή πριν να χαράξει το ξημέρωμα, κάποιας ζεστής, ημέρα του αυγούστου...
φθινόπωρο. πόσο μου αρέσει αυτή η εποχή. βροχερό νυχτερινό τοπίο, η κούραση κουρνιάζει μέσα μου, ο ήχος του νερού αγαπημένος απόηχος ονείρων. ξεχωριστές μουσικές συντροφιά με κουβέντες ήσυχες, αγνές. λίγο πιο πέρα μια πόρτα, άγνωστης διαδρομής, κλειδωμένη. δεν έχω το κλειδί. ίσως δεν θα το έχω ποτέ. άγνωστο. χαίρομαι που κάθομαι στη θέση αυτή, του ανέμελου θεατή . θέλω να πάω σινεμά και έξω να βρέχει. το θέλω πολύ. να μετράω τα βήματα μου στα νερά του πεζοδρομίου, να κοιτάω τις φωτεινές βιτρίνες βιβλιοπωλείων, να χαζεύω τους βιαστικούς περαστικούς, να σέρνω τα πόδια μου στο δρόμο, να ονειρεύομαι τραγούδια, να μιλάω σιγανά στον εαυτό μου, να χαμογελώ, να περιμένω με θρησκευτική ευλάβεια το πράσινο φανάρι των πεζών, να περνάω μόνο από τις γραμμές των διαβάσεων, να καθήσω σ’ ένα ζεστό μαγαζί, να παραγγείλω ένα διπλό ελληνικό καφέ, να φωτογραφίσω με λέξεις τις στιγμές. σ’ ευχαριστώ!
Σχόλια