σκηνικό βροχής. στέκω σα φάντασμα αρχέγονο, εποχής μεσαιωνικής. δίπλα μου η μεγάλη ξύλινη πόρτα. σκασμένη από τα χρόνια. η επικάλυψη σαν τσιγαρόχαρτο, σκουριασμένη. ένα στεφάνι κουκουνάρια, μια καμπάνα βαμμένη λευκή, φωτισμένη. φτιασίδια, στολίδια, είδωλα, τριγύρω. δροσερά τα χέρια μου, κουρνιάζουν στο μπράτσο της ομπρέλας. μιας ολόμαυρης, διπλής. ικανή να φιλοξενήσει αόρατους επισκέπτες, αέναους εραστές. ένας νέος με την μαύρη ομπρελά του περπατά στη βροχή. τι τους νοιάζει; μοναξιά. λίγες δρασκελιές ένα ταξίδι. θα ανέβω στο σύννεφο κι απόψε, να ταξιδέψω. η στάση μου πάντα μακριά. μετράω ως το εννιά. και μόνος πλέον ο ναύτης μου δείχνει τη σκάλα. δίχως βαλίτσες, δίχως φτερά. μόνο οι θύμησες για συντροφιά. είναι αργά. φτάσε ως το τέλος. φτάνει πια. επιστροφή. δρόμος τραχύς. κάπου αλλού. μια προσευχή. και η απάντηση ακόμα αργεί...
φθινόπωρο. πόσο μου αρέσει αυτή η εποχή. βροχερό νυχτερινό τοπίο, η κούραση κουρνιάζει μέσα μου, ο ήχος του νερού αγαπημένος απόηχος ονείρων. ξεχωριστές μουσικές συντροφιά με κουβέντες ήσυχες, αγνές. λίγο πιο πέρα μια πόρτα, άγνωστης διαδρομής, κλειδωμένη. δεν έχω το κλειδί. ίσως δεν θα το έχω ποτέ. άγνωστο. χαίρομαι που κάθομαι στη θέση αυτή, του ανέμελου θεατή . θέλω να πάω σινεμά και έξω να βρέχει. το θέλω πολύ. να μετράω τα βήματα μου στα νερά του πεζοδρομίου, να κοιτάω τις φωτεινές βιτρίνες βιβλιοπωλείων, να χαζεύω τους βιαστικούς περαστικούς, να σέρνω τα πόδια μου στο δρόμο, να ονειρεύομαι τραγούδια, να μιλάω σιγανά στον εαυτό μου, να χαμογελώ, να περιμένω με θρησκευτική ευλάβεια το πράσινο φανάρι των πεζών, να περνάω μόνο από τις γραμμές των διαβάσεων, να καθήσω σ’ ένα ζεστό μαγαζί, να παραγγείλω ένα διπλό ελληνικό καφέ, να φωτογραφίσω με λέξεις τις στιγμές. σ’ ευχαριστώ!
Σχόλια
θα επανέλθω, όχι όμως για να επανέλθω, δεν έχει αξία η βίαιη επιστροφή εξάλλου..
συμπαθάτε με..
εδώ τριγύρω είμαι..:)